Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

έτσι

Που είν η ψυχή μου;

Εκεί μακρυά κάπου πετάει

Πέρα απ’ την ομίχλη

Που το μυαλό σκεπάει

Ποιός είσαι και πού πάς

Ποτέ δεν θα μάθεις

Αν δεν ζητάς

Τον εαυτό σου πίσω να αφήσεις

Και να γελάς

Όπου κι αν πάς

Κανείς δεν ξέρει

Τι είν το μετά

Πίσω από κάστρα

Κι ανόμοιες βραδυές

Ο δάσκαλός σου

Θα είναι από χθές

Σε περιμένει και σε ζητά

Να σε αφήσει πάλι

Στα σκοτεινά

Παλιά σκοτάδια, καινούρια βραδυά

Και όταν τον έβρεις

Μακρυά από δω

Να μην αφήσεις πια στεναγμό

Δεν θα σε ξέρει

Γιατί είν η φύση

Δίχως διωγμο

Βήμα δεν κάνει

Απ’ το βάλτο αυτό

Ζήτα ανάγκες, ζήτα καημό

Να προχωρήσεις, πέρα απ’ το εδώ

Να διαβείς θάλασσες, και ας πνιγείς

Να ανέβεις βράχια κι ας τσακιστείς

Χιλιάδες πέρασαν τον δρόμο αυτό

Μην τον διαλέξεις, είναι πλατύς

Πάρε τον άλλον τον πιο στενό

Κι ασου στο χιόνι, το θολερό

Και να μην φτάσεις θα ευχηθείς

Εκεί που στόχευσες

Και ας χαθείς

Ζήτα πιστόλι, ζήτα σπαθί

Μην περιμένεις να βρεις στοργή

Αυτά είν’ γι’ άλλους πιο βαρετούς

Και όταν κάποτε πιάσεις κορφή

Από κει πήδα

Αυτό είσαι εσύ

ΥΓ για τα 100 χρόνια από το μανιφέστο του φουτουρισμού

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

O Βιολιστής του Μετρό.


Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου του 2009, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.

Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολλάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός. Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε
μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι - χωρίς καμία εξαίρεση - τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους.

Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν - έστω και για λίγο - μόνο 6 άνθρωποι.. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολλάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση.

Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολλαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισιτηρίου ήταν 100 δολλάρια. Ο Bell αμοίβεται με περίπου 1000 δολλάρια το λεπτό!

Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;»

Πηγή: Washington Post, http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2007/04/04/AR2007040401721.html (μεταφρασμένη περίληψη)

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Μεταμεσονύκτιες καλλιτεχνίες